MusicUnites.gr Forum

Έλληνες Δημιουργοί Έργων Μουσικής

Συλλογική Διαχείριση των Πνευματικών Δικαιωμάτων στην Ευρώπη - Αυτό που θέλουν οι Ευρωπαίοι συνθέτες και στιχουργοί

Η Ευρωπαϊκή Συμμαχία Συνθετών & Στιχουργών (ECSA)[1] είναι ένας επαγγελματικός συνασπισμός συνθετών και στιχουργών που εκπροσωπεί πάνω από 12.000 συνθέτες και στιχουργούς σε 28 Ευρωπαϊκές
χώρες.

Ως επαγγελματικός οργανισμός η ECSA εκπροσωπεί όλους τους Ευρωπαίους συνθέτες και στιχουργούς και αποτελείται από τρία κύρια ανά μουσικό είδος δίκτυα συνθετών στην Ευρώπη:


APCOE – Alliance of Popular Music Composer Organizations in Europe (Συμμαχία Ευρωπαίων Συνθετών Ποπ Μουσικής)


ECF - European Composers Forum (Ευρωπαϊκό Φόρουμ Συνθετών)


FFACE - Federation of Film and Audio-visual Composers of Europe (Ομοσπονδία Ευρωπαίων Συνθετών για Κινηματογραφικά και Οπτικοακουστικά Έργα)


Το παρόν παρέχει το λεπτομερές υπόβαθρο της «Απόφασης για τη Διαχείριση Πνευματικών Δικαιωμάτων» της ECSA και υπογραμμίζει τα υφιστάμενα προβλήματα που σχετίζονται με την αδειοδότηση της μουσικής
διαδικτυακά, προτείνει τη λύση που υποστηρίζεται από την ECSA και
τονίζει μερικές ιδέες αναφορικά με την επίτευξή της. Συνοπτικά ορίζει τα
κατωτέρω:

i) Την τρέχουσα κατάσταση,

ii) Ποια είναι η κατάσταση που θα επιθυμούσε η ECSA να επικρατεί,

iii) Πώς θα επιτευχθεί.


Εισαγωγή


Η ECSA, με την ιδιότητα του οργανισμού που εκπροσωπεί τους συνθέτες και στιχουργούς της Ευρώπης, θεωρεί ότι είναι ζωτικής σημασίας η Επιτροπή να κατανοήσει τα οικονομικά συμφέροντα των δημιουργών που
σχετίζονται με τη συλλογική διαχείριση των Δικαιωμάτων τους, ακόμη και
όταν αυτά τα δικαιώματα έχουν ανατεθεί ή εκχωρηθεί με άδεια σε μουσικούς
εκδότες (γεγονός το οποίο, σε πολλές περιπτώσεις, δεν ισχύει).

Είναι αυτονόητο ότι χωρίς συνθέτες και στιχουργούς δεν υπάρχει μουσική για να εκχωρηθεί με άδεια χρήσης, δεν υπάρχει μουσική για να χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο στη ζωή του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού
της Ευρώπης και δεν υπάρχει μουσική για να υποστηρίξει την περαιτέρω
ανάπτυξη του διαδικτύου. Οι πνευματικοί δημιουργοί είναι η πηγή των
δικαιωμάτων που πρέπει να εκχωρούνται με άδεια χρήσης και έχουν το κύριο
οικονομικό συμφέρον στα ποσά που δημιουργούνται από αυτές τις άδειες
χρήσης. Η ECSA εκτιμά ότι όχι λιγότερο από το ογδόντα τοις εκατό του
εισοδήματος που διανέμεται από τους Οργανισμούς Διαχείρισης Πνευματικών
Δικαιωμάτων στον τομέα της μουσικής είναι εισόδημα που θα έπρεπε να
ρέει, άμεσα ή μέσω μουσικών εκδοτών, στους συγγραφείς. Παρόλο που οι
πνευματικοί δημιουργοί έχουν μακράν το μεγαλύτερο οικονομικό συμφέρον,
συχνά οι απόψεις τους ακούγονται μόνο ως συμπληρωματικές ή, ακόμη
χειρότερα, δεν λαμβάνονται καν υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων, οι οποίες
επηρεάζουν και τη ζωή τους αλλά και τη χρήση του έργου τους. Είναι
κρίσιμο αυτό να μην συμβαίνει στην περίπτωση της προτεινόμενης οδηγίας
αναφορικά με τη συλλογική διαχείριση των Δικαιωμάτων τους.


Ενώ η ECSA γνωρίζει ότι η Γενική Διεύθυνση Αγοράς Εσωτερικού είναι υπεύθυνη για τα πνευματικά δικαιώματα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η όποια λύση θα πρέπει να ικανοποιεί και τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού και
την Γενική Διεύθυνση του Προγράμματος Ψηφιακής Ευρώπης, των οποίων οι
πιθανοί προβληματισμοί θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Παρόλα αυτά, σε
συγκεκριμένες περιπτώσεις, η ECSA θεωρεί ότι απόψεις της Γενικής
Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, συγκεκριμένα, είναι αυτές που προκαλούν
σοβαρούς προβληματισμούς στους συνθέτες στιχουργούς.


Σε μια πρόσφατη ομιλία του ο Επίτροπος Almunia δήλωσε:

"Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να αναπτύξουμε Πανευρωπαϊκή διαδικασία αδειοδότησης με παράλληλη διατήρηση και προώθηση της πολιτισμικής ποικιλομορφίας μας. Σε αυτή την δράση μας δεν πρέπει συγχέουμε τους
κινδύνους για τους δημιουργούς περιεχομένου με αυτούς των τρεχόντων
διαμεσολαβητών. Οι πρώτοι είναι αυτοί που είναι σημαντικοί, οι δεύτεροι,
φοβάμαι πως είναι δευτερεύουσας σημασίας." [2]


Όπως παρουσιάζεται στην παρούσα εργασία και το παράρτημά της, σε πολλές περιπτώσεις μια απειλή για το διαμεσολαβητή είναι επίσης απειλή και για τα συμφέροντα των δημιουργών. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην
περίπτωση της Αποκλειστικής Ανάθεσης Δικαιωμάτων σε Οργανισμούς
Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων.

Ποια είναι η τρέχουσα κατάσταση;


Μετά τη Σύσταση του 2005 – αλλά όχι απαραιτήτως εξαιτίας της, επιδεινώθηκε μια διεργασία που είχε ήδη ξεκινήσει – μεγάλοι κάτοχοι δικαιωμάτων (ουσιαστικά οι μεγαλύτεροι μουσικοί εκδότες) ξεκίνησαν να
αποσύρουν τα Δικαιώματα Μηχανής από τους Οργανισμούς Διαχείρισης
Πνευματικών Δικαιωμάτων για το Αγγλο-Αμερικανικό ρεπερτόριο.


Αυτή η ενέργεια είχε πολλές συνέπειες, κάποιες από τις οποίες δεν ήταν αναμενόμενες. Επειδή οι χρήστες πλέον απαιτούσαν πολλαπλές άδειες για πανευρωπαϊκή διαδικτυακή χρήση, υπήρξε πίεση στους Οργανισμούς
Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων να επιτρέψουν την αδειοδότηση του
Δικαιώματος Εκτέλεσης από τους εκδότες, σε συνδυασμό με το Μηχανικό
Δικαίωμα . Όμως, μια τέτοια λύση δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους — για
παράδειγμα το ανεξάρτητο ρεπερτόριο και η μειοψηφία, συμπεριλαμβανομένης
της σύγχρονης κλασικής μουσικής, μπορεί εύκολα να περιθωριοποιηθεί,
καθώς πλέον δεν θα λάμβανε απαραίτητα άδεια χρήσης μαζί με το κύριο
ρεπερτόριο. Έτσι, μια τέτοια λύση θα παραβίαζε το Άρθρο 2 της συνθήκης
της Λισαβόνας, το οποίο ορίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει «να σέβεται
την πλούσια πολιτισμική και γλωσσική ποικιλομορφία της και πρέπει να
εξασφαλίζει ότι η πολιτισμική κληρονομιά της Ευρώπης διαφυλάσσεται και
ενισχύεται».


Ένα άλλο κύριο πρόβλημα αφορά στην ακεραιότητα του ρεπερτορίου. Μόλις οι Οργανισμοί Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων πάψουν να είναι το απαραίτητο αποθετήριο του συνόλου του ρεπερτορίου, θα καταστεί δύσκολος ο
προσδιορισμός του τι ακριβώς εκχωρείται με άδεια χρήσης στο χρήστη.
Αυτό γίνεται ακόμη δυσκολότερο αν ληφθεί υπόψη ο διαμοιρασμός των
πνευματικών Δικαιωμάτων, όπου τα Δικαιώματα σε ένα έργο ελέγχονται από
περισσότερους από έναν κατόχους δικαιωμάτων. Η αναγνώριση αυτού του
προβλήματος οδήγησε στην αναγκαιότητα δημιουργίας μιας «Καθολικής Βάσης
Δεδομένων Ρεπερτορίου». Η ανάγκη για μια τέτοια βάση δεδομένων είναι
εμφανής αλλά, μέχρι τώρα, παρόλο που έγιναν κάποια βήματα προς αυτό που
θα μπορούσε να γίνει μια τέτοια βάση δεδομένων, οι Οργανισμοί
Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων στην Ευρώπη φαίνονται να διστάζουν
να δεσμευτούν στο διαμοιρασμό δεδομένων. Αυτός ο προβληματισμός τους, σε
συνδυασμό με την απαιτούμενη δαπάνη κεφαλαίων πιθανά θα αποτελέσουν
φραγμό στην πρόοδο αυτής της πρωτοβουλίας, από τους ίδιους τους
Οργανισμούς Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων που η ECSA θεωρεί το
φυσικό και εύλογο υποδοχέα μιας τέτοιας βάσης δεδομένων. Πράγματι, όπως
αιτιολογείται κατωτέρω, οι Οργανισμοί Διαχείρισης Πνευματικών
Δικαιωμάτων ενθαρρύνονται να συνεργαστούν μεταξύ τους ώστε να
δημιουργήσουν κέντρα χορήγησης αδειών χρήσης, με μία από τις ευτυχείς
καταλήξεις αυτής της συνεργασίας να είναι η παγίωση των διαφόρων βάσεων
δεδομένων μουσικών έργων σε αυτό που θα μπορούσε να γίνει μια Καθολική
Βάση Δεδομένων Ρεπερτορίου, με το κόστος αυτής της βάσης δεδομένων να
μοιράζεται μεταξύ των οργανισμών.


Ακόμη μια σοβαρή πλευρά της τρέχουσας, σύνθετης κατάστασης είναι ότι οι μεγάλοι εκδότες (σε συνδυασμό με συγκεκριμένους χρήστες ρεπερτορίου, ιδιαίτερα την RTL) πασχίζουν να προωθήσουν τη διακοπή της Αποκλειστικής
Ανάθεσης Δικαιωμάτων σε Οργανισμούς Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων
(το Δικαίωμα Εκτέλεσης στο ΗΒ και το Δικαίωμα Εκτέλεσης σε συνδυασμό με
το Δικαίωμα Μηχανής στην ηπειρωτική Ευρώπη) έτσι ώστε να μπορούν να
χορηγούν τις δικές τους άδειες χρήσης χωρίς να αναφέρονται στους
οργανισμούς και σύμφωνα με όρους της επιλογής τους. Αυτή η κατάχρηση των
Δικαιωμάτων είναι πιθανό να οδηγήσει και σε υποβάθμιση της διαφάνειας
και στον πειρασμό αδειοδότησης υπό όρους που ευνοούν το σύγχρονο ποπ
(popular) ρεπερτόριο ει βάρος του υπολοίπου ρεπερτορίου, το οποίο μπορεί
να καταλήξει να χρησιμοποιείται ως αντίβαρο. Αυτά τα επιχειρηματικά
μοντέλα έρχονται σε κατάφορη αντίθεση με την ίση αντιμετώπιση που
προσφέρουν οι οργανισμοί [3].

Παράλληλα, οι χρήστες εύλογα πασχίζουν να απλοποιήσουν αυτό που έχει καταστεί πλέον μαραθώνιος αδειοδότησης και η Επιτροπή εξέφρασε τον προβληματισμό της ότι οι επιπλοκές περιορίζουν τον αριθμό και την
ποικιλία των υπηρεσιών που διατίθενται στην Ευρώπη, τονίζοντας το
γεγονός ότι υπηρεσίες όπως η Spotify δεν διατίθενται σε ολόκληρη την ΕΕ.


Τι είναι αυτό που θέλει η ECSA;


i) Αναγνώριση:

Η μουσική βιομηχανία δεν θα υπήρχε χωρίς τη δουλειά των συγγραφέων. Η ECSA επιμένει ότι το συνεχές συμφέρον που διατηρούν οι συγγραφείς στο έργο τους, ακόμη και όταν κάποια Δικαιώματα έχουν μεταβιβαστεί σε
άλλους, όπως οι εκδότες, πρέπει να αναγνωριστεί πλήρως. Αυτό το συνεχές
συμφέρον τους παρέχει το δικαίωμα να επηρεάζουν τη δομή της βιομηχανίας
και νομιμοποιεί τη σωστή εκπροσώπηση των συγγραφέων στους Οργανισμούς.
Σε έναν όλο και πιο εμπορικό κόσμο, όπου υπάρχει πραγματικός κίνδυνος η
μουσική να θεωρηθεί κοινό "περιεχόμενο", αυτή η αναγνώριση είναι ζωτικής
σημασίας.


ii) Διαφάνεια:

Για τη ροή των Δικαιωμάτων και τη ροή των χρημάτων που προκύπτουν από την εκμετάλλευση αυτών των Δικαιωμάτων, για να είμαστε ακριβείς, δίκαιοι και εκ του ασφαλούς και για την εφαρμογή ορθών διαχειριστικών
πρακτικών που αποτρέπουν τη σύγκρουση συμφερόντων, η διαφάνεια στο
σύνολο της διαδικασίας είναι αναγκαία. Η ECSA θεωρεί ότι αυτό
επιτυγχάνεται καλύτερα μέσω της συλλογικής διαχείρισης των Πνευματικών
Δικαιωμάτων. Αντίθετα με τους εκδότες, οι Οργανισμοί Διαχείρισης
Πνευματικών Δικαιωμάτων μπορούν να διαχειριστούν τα Δικαιώματα με τρόπο
που εξασφαλίζει ίση αντιμετώπιση για το σύνολο του ρεπερτορίου και των
συγγραφέων. Η εγγενής σχέση πίστης μεταξύ τέτοιων οργανισμών και των
μελών τους εξυπηρετεί επίσης το συμφέρον διατήρησης της διαφάνειας.


iii) Ελεύθερη Επιλογή των Συγγραφέων:

Οι συγγραφείς θα πρέπει να μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα τη διαχείριση των Δικαιωμάτων τους: ο συγγραφέας πρέπει να μπορεί να αποφασίσει σε ποιον οργανισμό θα εμπιστευτεί τα δικαιώματά του και
πρέπει να είναι ελεύθερος να μεταφέρει το ρεπερτόριό του μεταξύ των
οργανισμών. Η ECSA θεωρεί ότι όπου οι οργανισμοί υψώνουν φραγμούς στην
ελεύθερη μετακίνηση, όπως μέσω παράλογων ή υπερβολικών διαστημάτων
ειδοποίησης, ή καθυστερήσεις στην αναφερόμενη χρήση του ρεπερτορίου,
αυτοί οι φραγμοί πρέπει να αρθούν.


iv) Ισχυροί Οργανισμοί Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων:

Οι ισχυροί οργανισμοί χαρακτηρίζονται από πολλούς παράγοντες όπως η Διαφάνεια, Ευελιξία και η Διακυβέρνηση. Επιπρόσθετα των όσων αναφέρονται σε άλλα σημεία του παρόντος, η ECSA επιθυμεί να συμπεριλάβει τα εξής:

Αμεροληψία: Οι Οργανισμοί Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων μπορούν και πρέπει να εκπροσωπούν όλα τα ρεπερτόρια με δίκαιο και αμερόληπτο τρόπο.

Πολιτισμική Ευθύνη – Ο πολιτισμικός ρόλος των Οργανισμών Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποτιμάται: σε πολλές χώρες της Ευρώπης, οι Οργανισμοί Διαχείρισης Πνευματικών
Δικαιωμάτων βρίσκονται στο επίκεντρο του πολιτισμικού τοπίου και δεν
πρέπει να αφεθούν να μεταλλαχθούν σε απλά κέντρα επεξεργασίας δεδομένων.
Αυτό περιλαμβάνει αλλαγή της αντίληψης που θέλει «το συμφέρον του
εκδότη να είναι το συμφέρον του δημιουργού» σε μια αντίληψη που ορίζει
ότι «το συμφέρον του συγγραφέα είναι προς όφελος του εκδότη».

Ευελιξία: Όπου τα Δικαιώματα αδειοδοτούνται καλύτερα σε ατομική βάση (για παράδειγμα, σε μερικές περιπτώσεις συγχρονισμού), αυτό θα πρέπει να επιτρέπεται χωρίς να υποβαθμίζεται η περίπτωση της συλλογικής
εκπροσώπησης στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.

Πλήρες Ρεπερτόριο: Πρέπει να υπενθυμίζεται ότι οι Οργανισμοί Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων είναι πιο αποτελεσματικοί όταν διαχειρίζονται ολόκληρο το ρεπερτόριο στην περιοχή τους, επιτρέποντας
την εν λευκώ αδειοδότηση (blanket licensing) και την ισότητα στην
πληρωμή Δικαιωμάτων.


v) Διακυβέρνηση:

Είναι κρίσιμο να οριστούν πρότυπα διακυβέρνησης, διαχείρισης και διανομής μεταξύ των Οργανισμών Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων με τρόπο ώστε αυτοί να ανταποκρίνονται στα βέλτιστα πρότυπα. Και πρέπει να
ασκηθεί πίεση ώστε οι βέλτιστοι οργανισμοί να βελτιωθούν ακόμη
περισσότερο. Οι κανόνες διανομής δεν πρέπει να κάνουν διακρίσεις μεταξύ
των Κατόχων των Δικαιωμάτων (του εσωτερικού ή του εξωτερικού) και μεταξύ
των ρεπερτορίων. Οι μειώσεις (πολιτιστικές και πιθανά κοινωνικές) θα
μπορούσαν να διατηρηθούν αλλά, η διαφάνεια στον τρόπο εφαρμογής τους
πρέπει να αυξηθεί. Παρόλα αυτά, η ECSA θεωρεί ότι ο τρόπος χρήσης των
εσόδων που απορρέουν από αυτές τις μειώσεις πρέπει να αφεθεί
ολοκληρωτικά στην κρίση εκαστόντων οργανισμών και τους συγγραφείς και
εκδότες μέλη αυτών.


vi) Διατήρηση Αποκλειστικής Ανάθεσης:

Η αποκλειστική ανάθεση σε Οργανισμούς Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων είναι άκρως σημαντική για το δημιουργικό έργο των συνθετών και στιχουργών. Περίληψη των σχετικών επιχειρημάτων παρέχεται στο
Παράρτημα.


vii) Αδειοδότηση:

Η ECSA ενθαρρύνει τα υπεύθυνα νέα μοντέλα αδειοδότησης για το σύνολο του ρεπερτορίου, τα οποία αναπτύσσονται ως παραλλαγή νέων υπηρεσιών. Αυτά τα μοντέλα θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα έργα που απαιτούν
προσαρμοσμένη και ειδικευμένη αντιμετώπιση, καθώς και εκείνα που
απαιτούν ευρεία πρόσβαση στον παγκόσμιο κατάλογο.


viii) Επανένταξη:

Η προώθηση της ανα-συσσώρευσης του ρεπερτορίου στους Οργανισμούς Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων είναι κύριος στόχος της ECSA. Κατ’ αρχήν, είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί η εκ νέου συσσώρευση των
διαδικτυακών δικαιωμάτων της εθνικής αδειοδότησης από τους Οργανισμούς
Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων. Επιπλέον, για να επιτραπεί η
αποτελεσματική εφαρμογή της πανευρωπαϊκής αδειοδότησης, πρέπει να βρεθεί
μια πιο συνεκτική λύση αδειοδότησης. Η εν λόγω ανα-συσσώρευση θα
βοηθήσει νε εξασφαλιστεί μια ακριβής Καθολική Βάση Δεδομένων
Ρεπερτορίου, που είναι ένα αποτελεσματικό σύστημα αδειοδότησης και
δίκαιας απόδοσης για όλα τα ρεπερτόρια.

Τρόπος Επίτευξης των Επιθυμιών της ECSA και ο Ρόλος της Επιτροπής της ΕΕ

"Ο ανασχηματισμός έχει προτεραιότητα: βάσει σταθερών οικονομικών βάσεων και όχι απλά βάσει νομικών πλαισίων και με επικέντρωση σε λύσεις που ενθαρρύνουν την καινοτομία στην πραγματική ζωή" [4]


i) Αναγνώριση:

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί βέλτιστα με τη συνεχή επανάληψη του σημείου που ορίζει ότι οι συγγραφείς είναι η καρδιά της βιομηχανίας και πρέπει να ακούγονται άμεσα. Η ECSA καλωσορίζει την πρόσφατη ανταπόκριση της
Επιτροπής που δείχνει νέα διάθεση να ακούσει τις απόψεις των συγγραφέων.
Η ενίσχυση των Ηθικών Δικαιωμάτων, ιδιαίτερα στο ΗΒ θα βοηθήσει, αλλά
αυτό απαιτεί νομοθεσία με ευρύτερο πλαίσιο από αυτό το οποίο
προβλέπεται.

ii) Διαφάνεια:

Πρέπει να οριστούν ελάχιστα πρότυπα για την πιστοποίηση μιας σύστασης ως «Οργανισμού Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων» - αυτά πρέπει να καλύπτουν τη δομή, τη διακυβέρνηση και το ρόλο της διαχείρισης. Η
εναρμόνιση σε επίπεδο ΕΕ μπορεί να υποστηρίξει αυτή τη δράση.


iii) Ελεύθερη Επιλογή του Συγγραφέως:

Η διατήρηση της Αποκλειστικής Ανάθεσης Δικαιωμάτων σε Οργανισμούς Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων είναι ζωτικής σημασίας για αυτό.


iv) Ισχυροί Οργανισμοί Συγγραφέων:

Αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας της συλλογικότητας. Η συλλογική διαχείριση μπορεί να γίνει η προεπιλεγμένη θέση για όλες τις χρήσεις μουσικών δικαιωμάτων μεγάλου όγκου, αντί να
είναι ένα εργαλείο για την μη οικονομική αδειοδότηση και συλλογή.


v) Διακυβέρνηση:

Η ECSA θεωρεί ότι η αποτελεσματική ρύθμιση των Οργανισμών Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων απορρέει από τη διακυβέρνησή τους. Παρόλα αυτά, υπάρχει ο κίνδυνος εφαρμογής υπερβολικών νόμων σε αυτό τον τομέα –
μερικές φορές η νομοθεσία αποτελεί πολύ επιθετικό όπλο. Η ρύθμιση των
Οργανισμών Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων απαιτεί προσεκτικά
διατυπωμένους κανόνες.


vi) Αδειοδότηση & Επανένταξη:

Ενώ οι συγγραφείς συχνά διατυπώνουν την πίστη τους στην ελευθερία επιλογής, έχουν επίσης καταστήσει σαφές ότι αυτό επιτυγχάνεται καλύτερα μέσω της συλλογικής διαχείρισης. Και για να απλοποιηθεί η πανευρωπαϊκή
αδειοδότηση της μουσικής στο διαδίκτυο, πρέπει να εξευρεθεί μια μέθοδος
προώθησης της επανένταξης του ρεπερτορίου. Λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις
που εξέφρασαν οι κύριοι εκδότες, η ECSA θεωρεί ότι αυτό δεν είναι
εύκολο να επιτευχθεί βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα σε εθελοντική βάση.


Ο μόνος τρόπος επίτευξης της ανα-συσσώρευσης είναι μέσω του στοιχείου της υποχρέωσης. Η ECSA θεωρεί ότι αυτός είναι ένας τομέας στον οποίο η Επιτροπή μπορεί να κάνει τη διαφορά. Η EBU στην εργασία "Creative
Content in a European Digital Single Market" [5]
(Δημιουργικό Περιεχόμενο σε μια Ενιαία Ψηφιακή Ευρωπαϊκή Αγορά),
συνηγορεί υπέρ της υποχρεωτικής συλλογικής διαχείρισης για το
περιεχόμενο «κατ’ απαίτηση». Η ECSA προτείνει αυτό να επεκταθεί στο
σύνολο της διαδικτυακής αδειοδότησης. Για την αποφυγή ασαφειών, η ECSA
θεωρεί ότι – ακόμη και αν η υποχρεωτική συλλογική αδειοδότηση είναι
χρήσιμη για τη διαδικτυακή χρήση – η επιλογή του οργανισμού που θα
διαχειριστεί τα δικαιώματα πρέπει να ανήκει στο συγγραφέα. Με αυτό τον
τρόπο, ο ανταγωνισμός μεταξύ των οργανισμών για την αρμοδιότητα
αδειοδότησης ενθαρρύνεται, γεγονός που ενισχύει την αποτελεσματικότητα
και ορθή διακυβέρνηση. Η ECSA υποστηρίζει τον ανταγωνισμό μεταξύ των
οργανισμών, βάσει της παροχής συγκρίσιμων υπηρεσιών, αλλά θεωρεί ότι δεν
είναι προς όφελος κανενός να υποβαθμιστεί η εμπορική ή ηθική αξία του
Δικαιώματος του δημιουργού.


Παρόλα αυτά, όπως τονίστηκε παραπάνω, η υποχρεωτική εφαρμογής συλλογικότητας των δικαιωμάτων σε Οργανισμούς Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων δεν μπορεί από μόνη της να επιτύχει το στόχο της Επιτροπής
που διατυπώνεται στο Πρόγραμμα Ψηφιακής Ευρώπης και έτσι απαιτείται
ακόμη ένα βήμα. Με σκοπό να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της
αδειοδότησης (η οποία αποτελεί προϋπόθεση για κάθε μορφή υποχρέωσης) η
ECSA αποδέχεται ως μακροπρόθεσμο στόχο τη δημιουργία "one-stop shop".
Αλλά, πιο άμεσα, πρέπει να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των Οργανισμών
Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων για την εκχώρηση αδειοδότησης
πολλαπλών περιοχών. Αρχικά, η ECSA θεωρεί ότι αυτό θα είναι συνεργασία
βασισμένη στο διαμοιρασμό υποστηρικτικών λειτουργιών (όπως ήδη έχει
διαπιστωθεί σε κάποιες πρωτοβουλίες), οι οποίες μπορούν να εξελιχθούν σε
στενότερες συνεργασίες στα πλαίσια της NCB και άλλων μορφών
συνεργασίας. Η ιδέα είναι ότι οι μεμονωμένοι οργανισμοί θα αδειοδοτούν
Δικαιώματα σε αυτές τις συμμαχίες αλλά, θα διατηρούν τις τοπικές,
εθνικές λειτουργίες τους και τον έλεγχο επί των κανόνων διανομής.


Η ECSA γνωρίζει τις προτάσεις που υποστηρίζονται από μια ομάδα ενδιαφερομένων, υπό το συντονισμό της CISAC για μια «Πανευρωπαϊκή Πύλη» ("Pan-European Portal"/PEP) και ενθαρρύνει την πρωτοβουλία. Στο μέτρο
που οι λεπτομέρειες της PEP καταστούν σαφείς, η ECSA είναι πρόθυμη να
συμμετάσχει στο σχετικό διάλογο. Παρόλα αυτά, η ECSA θεωρεί ότι μια
τέτοια πύλη πρέπει να αποτελεί μέρος της επακόλουθης δομής κάθε
συνεργασίας αδειοδότησης και ότι δεν αντικαθιστά την αναγκαιότητα
συνεργασίας που περιγράφηκε ανωτέρω. Ομοίως η PEP δεν μπορεί, αφ’ εαυτού
της, να επιτύχει το στόχο της ανα-συσσώρευσης του ρεπερτορίου, αλλά η
ίδια είναι περισσότερο ένα εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόλις
τα ρεπερτόρια ανά-συσσωρευθούν σύμφωνα με τα παραπάνω.Σε περίπτωση που απαιτούνται περαιτέρω στοιχεία σχετικά με τα όσα
διατυπώνονται στην παρούσα εργασία, η ECSA θα χαρεί να τα παράσχει.


Παράρτημα:


Αποκλειστική ανάθεση - αναγκαιότητα για τους συνθέτες και στιχουργούς


Η τρέχουσα κατάσταση

Όταν ένας συνθέτης ή στιχουργός γίνεται μέλος ενός Οργανισμού Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων, αναθέτει αποκλειστικά σε αυτόν τον Οργανισμό το Δικαίωμα Εκτέλεσης όλων των συνθέσεών του (είτε έχουν ήδη
δημιουργηθεί, είτε δημιουργούνται κατά το χρόνο συμμετοχής του ως
μέλος). Δυνάμει αυτής της ανάθεσης, ο Οργανισμός Συγγραφέων καθίσταται
κύριος του Δικαιώματος Εκτέλεσης των μελών του. (Στις περισσότερες
Ευρωπαϊκές δικαιοδοσίες, με την εξαίρεση του ΗΒ και της Ιρλανδίας,
ανατίθεται επίσης και το Μηχανικό Δικαίωμα . Στο ΗΒ και την Ιρλανδία
είτε επιφυλάσσεται από τον δημιουργό, είτε ανατίθεται ή εκχωρείται με
άδεια σε εκδότη).

Ποια είναι τα πλεονεκτήματα της αποκλειστικής ανάθεσης;

Στο μέτρο που αφορά στο Δικαίωμα Εκτέλεσης, το κατεστημένο της αποκλειστικής ανάθεσης από τον δημιουργό στον Οργανισμό Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων της επιλογής του έχει τα κάτωθι πλεονεκτήματα:


α) Βεβαιότητα Ρεπερτορίου:

Η αποκλειστική ανάθεση παρέχει στον Οργανισμό Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων τη βεβαιότητα ρεπερτορίου. Γνωρίζουν ότι διατηρούν το Δικαίωμα Εκτέλεσης για το σύνολο των έργων της λίστας των μελών τους.
Αυτό βοηθά τους και τους χρήστες, οι οποίοι θα γνωρίζουν ακριβώς για τι
λαμβάνουν άδεια.


β) Άδειες εν λευκώ:

Η βεβαιότητα και πληρότητα ρεπερτορίου που παρέχεται από την αποκλειστική ανάθεση διευκολύνει τη διαπραγμάτευση και εκχώρηση αδειών γενικής χρήσης σε οργανισμούς αναμετάδοσης και διαδικτυακές επιχειρήσεις
μουσικής. Έχει δηλωθεί δημόσια από περισσότερους από έναν οργανισμούς
αναμετάδοσης ότι είναι πρόθυμοι να πληρώσουν αμοιβή για μια πλήρη άδεια
γενικής χρήσης, η οποία απλοποιεί κατά πολύ τη διαδικασία αδειοδότησης.
Πρόσφατα η European Broadcasting Union διατύπωσε με σαφήνεια τις απόψεις
για τα οφέλη της άδειας γενικής χρήσης.[6] Εάν το Δικαίωμα Εκτέλεσης του εθνικού και διεθνούς ρεπερτορίου κατακερματιστεί, αυτά τα οφέλη θα χαθούν.


γ) Διαφάνεια:

Ενώ πρέπει να αναφερθεί ότι οι Οργανισμοί Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων διαφέρουν ως προς την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχουν στα μέλη τους και την ποιότητα των λογιστικών τους ενεργειών, στα
καλύτερά τους είναι κατά πολύ πιο διάφανοι από κάθε μουσικό εκδότη. Αυτό
συμβαίνει επειδή στις περισσότερες περιπτώσεις αδειοδοτούν με βάση
δημοσιευμένες ταρίφες και δεν κάνουν διακρίσεις μεταξύ χρηστών κατά τη
διαδικασία αδειοδότησης. Σε τελική ανάλυση, οι Οργανισμοί Διαχείρισης
Πνευματικών Δικαιωμάτων είναι υπόλογοι στα μέλη τους, που είναι οι
συνθέτες και οι στιχουργοί, και όχι σε μετόχους ή στην αγορά.


δ) Ίση αντιμετώπιση του συνόλου του ρεπερτορίου:

Όταν, για παράδειγμα η PRS συνάπτει μια σύμβαση αδειοδότησης με ένα χρήστη (είτε εκτός σύνδεσης, είτε διαδικτυακά) το σύνολο των έργων πληρώνεται με την ίδια αμοιβή για παρόμοιους τύπους χρήσης, ανεξάρτητα
από το αν έχουν εκδοθεί από μεγάλους εκδότες, ανεξάρτητους εκδότες ή
έχουν εκδοθεί προσωπικά από τον δημιουργό. Το ίδιο ισχύει για έργα, τα
οποία δεν αποτελούν μέρος του εγχώριου ρεπερτορίου. Οι Οργανισμοί
Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων δεν λαμβάνουν μετοχές σε
κοινοπραξίες ως τμήμα της αμοιβής αδειοδότησης, ούτε λαμβάνουν μη
αποδιδόμενες προκαταβολές που πηγαίνουν απευθείας στην τσέπη τους, όπως
συμβαίνει με μερικούς εκδότες.


Αυτή η ισότητα στην αντιμετώπιση σημαίνει ότι κανένα έργο δεν χρησιμοποιείται ως τιμή προσέλκυσης ή αντίβαρο και ότι το σύνολο του ρεπερτορίου έχει ίση πρόσβαση στην αγορά, γεγονός που παρέχει στους
χρήστες και το κοινό την ευρύτερη δυνατή επιλογή. Αυτό ενισχύει επίσης
την πολιτισμική ποικιλομορφία.


ε) Προστασία πνευματικών δικαιωμάτων:

Απουσία αποκλειστικής ανάθεσης δικαιωμάτων:

i) Οι Οργανισμοί Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων δεν θα μπορούν να ισχυριστούν με βεβαιότητα ότι ελέγχουν τα δικαιώματα υπό αμφισβήτηση και (μόνη η πιθανότητα μη αποκλειστικής ανάθεσης, ακόμη και
αν δεν ασκείται από τους ιδιοκτήτες (των έργων), αφήνει στους χρήστες
μεγάλο περιθώριο για την αμφισβήτηση των δικαιωμάτων).


ii) Θα υπάρξει αυξανόμενη δυσκολία στην σύνταξη της σχετικής σειράς εγγράφων κυριότητας, ιδιαίτερα όταν η κυριότητα είναι σύνθετη.


iii) Θα καταστεί απαραίτητο να αποδειχθεί όχι μόνο ότι ο σχετικός οργανισμός διαθέτει τα σχετικά δικαιώματα, αλλά και ότι δεν έχει εκχωρηθεί άλλη άδεια με βάση την οποία ο παραβάτης μπορεί να
στοιχειοθετήσει την επιχειρηματολογία του. Αυτό ουσιαστικά τους
αναγκάζει να τεκμηριώσουν το αναπόδεικτο.


iv) Για τις χρήσης δικαιωμάτων αναπαραγωγής με σκοπό τη δημόσια εκτέλεση (σε αντίθεση με τη διάθεση στο κοινό), θα ήταν απαγορευτική η τέλεση νομικών διαδικασιών, εξαιτίας του υψηλού κόστους που ενέχεται στα
προβλήματα που αναφέρθηκαν στα σημεία i-iii ανωτέρω.

Τι έπεται της απώλειας της Αποκλειστικής ανάθεσης;


α) Υφαρπαγή δικαιωμάτων:

Επιπρόσθετα της αναζήτησης πρόσθετων δικαιωμάτων από τους δημιουργούς που έχουν ήδη εγγραφεί σε αυτούς, οι μεγάλοι εκδότες, αναπόφευκτα θα καταστήσουν την ανάθεση του Δικαιώματος Εκτέλεσης προϋπόθεση για κάθε
νέα υπογραφή, αιτιολογώντας τη με βάση κάθε προκαταβολή που έχει
καταβληθεί. Είναι επίσης αναπόφευκτο, εάν ένας μεγάλος εκδότης ζητήσει
το Δικαίωμα Εκτέλεσης, οι επόμενοι να ακολουθήσουν και αυτό να καταστεί
πάγια τακτική σε κάθε σχετική σύμβαση έκδοσης.

Μόλις οι μεγάλοι εκδότες αποκτήσουν τον έλεγχο του Δικαιώματος Εκτέλεσης, θα μπορούν να αποσυρθούν από τους Οργανισμούς Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων (και σχεδόν ομοίως από τον εθνικό οργανισμό
συλλογής του δημιουργού) χωρίς να αναφερθούν στους δημιουργούς και να
διαθέσουν τα έργα τους σε άλλον οργανισμό, ή ακόμη και να τα
διαχειριστούν οι ίδιοι. (Το τελευταίο είναι σχεδόν σίγουρο στην
περίπτωση της διαδικτυακής αδειοδότησης, όπου οι εκδότες θα μπορούν να
συνενώσουν τα δύο μέρη που απαρτίζουν το διαθέσιμο δικαίωμα, το Μηχανικό
Δικαίωμα και το Δικαίωμα Εκτέλεσης).

Το χειρότερο αποτέλεσμα για τους δημιουργούς θα επέλθει εάν οι μεγάλοι εκδότες συνδυάσουν τα Δικαιώματά τους με εκείνα των συνεργαζόμενων δισκογραφικών εταιρειών τους για να προσφέρουν
αδειοδότηση "one-stop-shop” (πιθανά από τις Ηνωμένες Πολιτείες). Σε ένα
τέτοιο σενάριο, είναι πιθανό τα ποσά που καταβάλλονται στους δημιουργούς
να μειωθούν ραγδαία, μαζί με την αξιοπιστία και τη διαφάνεια.


β) Απώλεια ελέγχου από τους δημιουργούς:

Αυτοί οι εκδότες, προς όφελος της άρσης της αποκλειστικής ανάθεσης θα υποστήριζαν (και ήδη υποστηρίζουν) ότι αυτό που τους ωφελεί πρέπει να ωφελεί και τους δημιουργούς τους. Σε επιφανειακό επίπεδο, αυτό το
επιχείρημα φαίνεται να έχει κάποιες βάσεις. Παρόλα αυτά, δεν λαμβάνει
υπόψη το γεγονός ότι, αντίθετα με τους Οργανισμούς Διαχείρισης
Πνευματικών Δικαιωμάτων, οι μουσικοί εκδότες είναι ιδιοκτησία μετόχων
και καθοδηγούνται από την ανάγκη δημιουργίας και αύξησης κερδών. Αυτό
σημαίνει ότι θα ληφθούν αποφάσεις, οι οποίες θα καθοδηγούν αυτό το
κέρδος. Παράδειγμα αυτού, και μάλιστα πολύ συχνό στις δισκογραφικές
εταιρείες και τις εταιρείες έκδοσης μουσικών έργων, είναι όταν ο εκδότης
λαμβάνει προκαταβολή από έναν οργανισμό συλλογής δικαιωμάτων σε
αντάλλαγμα της κατάθεσης των δικαιωμάτων του σε αυτόν τον οργανισμό. Η
προκαταβολή (η οποία μπορεί να είναι σημαντική) δεν θα αποδοθεί άμεσα
και απαραίτητα σε κάποιο συγκεκριμένο έργο ή ομάδα έργων και έτσι ο
εκδότης μπορεί να σχηματίσει την άποψη ότι δεν χρειάζεται να αποδώσει σε
συγκεκριμένους δημιουργούς για αυτά τα χρήματα, τα οποία μπορούν έτσι
να πιστωθούν.

Για μεγάλο διάστημα υπήρξε προβληματισμός ότι οι δημιουργοί θα έπρεπε να μπορούν να μετακινούνται μεταξύ των Οργανισμών Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων, ώστε να μπορούν να επιλέξουν τον πλέον
αποτελεσματικό. Σε απάντηση σε αυτό, η πλειοψηφία των Οργανισμών
Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων στην Ευρώπη προέβη στις
απαραίτητες αλλαγές των κανόνων μελών τους ώστε να επιτρέπεται αυτή η
ενέργεια. Αυτό προσέφερε αυξημένες επιλογές για όλους τους δημιουργούς. Η
εγκατάλειψη της αποκλειστικής ανάθεσης θα αφαιρούσε δραστικά αυτή τη
δυνατότητα επιλογής από τους δημιουργούς, οι οποίοι θα έβλεπαν το
Δικαίωμα Εκτέλεσής τους να διαχειρίζεται από έναν οργανισμό συλλογής
επιλεγμένο από τον εκδότη τους. Ενώ στη θεωρία μπορεί να προβλέπεται ο
έλεγχος της διαχείρισης μέσω όρων της εκδοτικής σύμβασης, στην
πραγματικότητα, λόγω της ανισότητας σε διαπραγματευτική ισχύ που είναι
εγγενής στις διαπραγματεύσεις με εκδότες για όλους, με την εξαίρεση
λίγων απόλυτα κορυφαίων συγγραφέων, αυτό δεν μπορεί να συμβεί.

Μια άλλη πιθανή συνέπεια χτυπά στο επίκεντρο των Οργανισμών Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων. Εάν οι δημιουργοί αναγκαστούν να αναθέσουν το δικαίωμα εκτέλεσής τους σε μουσικούς εκδότες, είναι πιθανό
να χάσουν την εκπροσώπηση που έχουν στα συμβούλια των οργανισμών – εάν
οι δημιουργοί δεν ελέγχουν τη μοίρα του Δικαιώματος Εκτέλεσης, είναι
εύκολο να υποστηριχθεί ότι δεν πρέπει να λαμβάνουν μέρος στη
διακυβέρνηση των οργανισμών που το αδειοδοτεί. Υπάρχει ένα μοντέλο για
αυτό στο ΗΒ όπου, παρόλο που οι δημιουργοί εκπροσωπούνται στο συμβούλιο
της MCPS (Mechanical Copyright society), αποτελούν μειοψηφία και η
επιρροή τους είναι περιορισμένη και, σε μερικές περιπτώσεις ανύπαρκτη.


1. Συγκεκριμένες επιπτώσεις για τους συνθέτες και στιχουργούς:


α) Απώλεια Διαφάνειας:

Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για να αιτιολογηθεί ο έλεγχος του Δικαιώματος Εκτέλεσης από τους μεγάλους εκδότες είναι ότι θα μπορούν να το διαθέσουν στους πιο αποτελεσματικούς και διάφανους
οργανισμούς και έτσι να αποφύγουν τους οργανισμούς που είναι γνωστοί ως
λιγότερο διαφανείς.

Εκ πρώτης άποψης, αυτό το επιχείρημα είναι ελκυστικό. Είναι γνωστό ότι υπάρχουν οργανισμοί, ακόμη και εντός της ΕΕ, η διακυβέρνηση, οι πολιτικές διανομής και οι λογιστικές πρακτικές των οποίων είναι,
επιεικώς, αμφισβητήσιμες. Παρόλα αυτά, η αφαίρεση της αποκλειστικής
ανάθεσης δημιουργεί περιττές δυσκολίες.

Οι πιο αποτελεσματικοί Οργανισμοί Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων μπορούν να ασκήσουν πίεση στους λιγότερο αποτελεσματικούς και διάφανους οργανισμούς για να βελτιωθούν, αλλά μόνο εάν αυτοί οι οργανισμοί
ελέγχουν το ρεπερτόριό τους. Σε ακραίες περιπτώσεις, μπορούν να
απειλήσουν την απευθείας αδειοδότηση στη σχετική περιοχή (πράγμα που
θεωρούμε ότι έχει ήδη συμβεί σε μεμονωμένα περιστατικά). Με ενέργειες
τέτοιου τύπου, οι Οργανισμοί Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων μπορούν
να βελτιωθούν για όλους. Κανένας μεμονωμένος εκδότης δεν θα έχει την
ίδια ισχύ, επειδή δεν θα έχει το ίδιο εύρος ρεπερτορίου. Ούτε αποτελεί
απαραίτητα συμφέρον κάποιου μεμονωμένου μεγάλου εκδότη να βελτιώσει τις
συνθήκες για αυτούς που, σε τελική ανάλυση, είναι οι ανταγωνιστές του.

Εάν το Δικαίωμα Εκτέλεσης ελεγχόταν από μεγάλους μουσικούς εκδότες, θα υπήρχε κίνδυνος η υποχρέωση του εκδότη να καθοδηγήσει τη βάση του, να τον οδηγήσει σε ευνοϊκή αντιμετώπιση του ρεπερτορίου των έργων που
ανήκουν στα «κορυφαία είκοσι» (τα τραγούδια που αποφέρουν τα περισσότερα
χρήματα), χρησιμοποιώντας την υπόλοιπη λίστα του ως αντίβαρο και
πληρώνοντας το κορυφαίο ρεπερτόριο σε υψηλότερες τιμές.


9. Συνθέτες Μουσικής Μέσων:

Η επίπτωση της λήξης της αποκλειστικής ανάθεσης είναι πιθανό να γίνει πιο αισθητή στους συνθέτες των μέσων. Το ζήτημα του εξαναγκασμού βρίσκεται μεταξύ των κύριων βλέψεων της ECSA. (Αυτή είναι η περίπτωση
στην οποία η συμμετοχή για την παροχή μουσικής για ένα πρόγραμμα
εξαρτάται από την υπογραφή, από πλευράς του συνθέτη για την παραχώρηση
του τμήματος των Δικαιωμάτων που του αντιστοιχούν.) Παρόλα αυτά, με τις
τρέχουσες ρυθμίσεις μόνο το πενήντα τοις εκατό των πληρωμών Δικαιωμάτων
Εκτέλεσης των συνθετών μπορεί να εξαναγκασθεί. Εάν η αποκλειστική
ανάθεση χαθεί, θα είναι δυνατό το εκατό τοις εκατό να ανατεθεί σε
εξαναγκαστικές εταιρείες παραγωγής και αναμετάδοσης. Οι επιπτώσεις για
τους συνθέτες μέσων θα ήταν πραγματικά δύσκολο να υπολογισθούν.

Για κάθε πρόσθετη πληροφορία, επικοινωνήστε με τα γραφεία της ECSA:

Τηλέφωνο: 0032 491360 93a

Email: info@composeralliance.org


Η ECSA είναι ένας διεθνής μη κερδοσκοπικός οργανισμός που υπάγεται στο Βέλγιο. Η επίσημη έδρα του βρίσκεται στο European House for Culture,
Flagey, Βρυξέλες, (www.composeralliance.org)

[2] Διάλεξη UCU Jevons, Λονδίνο 7 Ιουλίου 2010

[3] Η επιχειρηματολογία της ECSΑ αναφορικά με τη σημασία της Αποκλειστικής Ανάθεσης παρατίθεται στο Παράρτημα

[4]Charte McCreevy

[5] 5 http://www.ebu.ch/CMSimages/ert/leg oo copyright creative content onftne 050110 tcm6-6?U4.pdf

[6] "Modern Copyright for Digital Media" EBU Μάρτιος 2010

Προβολές: 48

Σχόλιο

Πρέπει να είστε μέλος του MusicUnites.gr Forum για να προσθέσετε σχόλια!

Γίνετε μέλος του MusicUnites.gr Forum

Ad


RSS

© 2022   Created by AEPI SA.   Με την υποστήριξη του

Διακριτικά  |  Αναφορά προβλήματος  |  Όροι χρήσης